ΛΟΥΜΠΕΝ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΑΚΙ, ROBERTO BOLAÑO




"Δεν μπορώ να πετάξω, λυπάμαι, συγχωρήστε με, δεν μπορώ να πετάξω."

Ένα τροχαίο δυστύχημα, μια στιγμή, μια λάθος συγκυρία και οι ευτυχισμένες μέρες μιας οικογένειας περνούν στη λήθη. Το κίτρινο Φίατ των γονιών είναι πια μια άμορφη μάζα μετάλλου.
Τα δύο αδέρφια θα μείνουν μόνα. Εγκαταλείπουν το σχολείο και αναζητούν δουλειά. Η Μπιάνκα, βοηθός σε κομμωτήριο. Ο μικρότερος αδερφός της, βοηθός σε γυμναστήριο. Εκεί θα γνωρίσει δύο άντρες αλλοδαπούς οι οποίοι θα διεισδύσουν στο σπίτι και στις ζωές τους.
Δύο παράσιτα που απομυζούν την ενέργεια τους δίνοντας ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον. Στόχος τους το εύκολο χρήμα.  Εργαλείο τους η Μπιάνκα.  Θύμα τους ο "Μασίστας", παλαίμαχος, καταξιωμένος αθλητής του μπόντυ μπήλντινγκ και ηθοποιός. Μια προσέγγιση με σκοπό τη ληστεία εξελίσσεται σε σχέση συναισθηματικής εξάρτησης. Θα καταφέρει το θέλγητρο των χρημάτων να διαβρώσει τον χαρακτήρα της Μπιάνκα;  Περιφέρεται στο σπίτι του "Μασίστα", στα σκοτεινά του δωμάτια όπου έρπονται η εμμονή με το παρελθόν, η φθορά, η αποσύνθεση, το χαμένο μεγαλείο μέσα σε μνήμες θολές. Μέσα σε αυτά τα σκοτάδια θα καταδυθεί στο δικό της έρεβος, θα αναμετρηθεί με όσα έχασε, όσα παρέδωσε, όσα την τράβηξαν στον βυθό της άβουλης συναίνεσης.

"...εδώ αυτή που άλλαζε ήμουν εγώ και για κάμποση ώρα περπατούσα και συλλογιζόμουν ακριβώς αυτό : Αλλάζω, αλλάζω, όταν όμως έφτασα στο κομμωτήριο συνειδητοποίησα ότι ακόμα ήμουν η ίδια, οι δρόμοι είχαν μετακινηθεί ελαφρώς προς τα αριστερά ή προς τα δεξιά, προς τα επάνω ή προς τα κάτω, όμως εγώ ήμουν ακόμα ίδια."

Στο τελευταίο του αυτό έργο, ο Bolaño απέχει από κάθε αναφορά σε λογοτέχνες, ποιητές ή καλλιτέχνες, όπως μας είχε συνηθίσει στα πρότερα διηγήματα και μυθιστορήματά του. Ξεκινά παραθέτοντας Antonin Artaud, που με την καυστική γλώσσα του ασκεί κριτική στους λογοτέχνες και δη στους σύγχρονους.

"Κάθε γραπτό είναι ένα αίσχος. Αυτά τα άτομα που ξεπροβάλλουν από το τίποτα προσπαθώντας να διευκρινίσουν καθετί που τους περνάει από το κεφάλι είναι σκέτα γουρούνια. Όλοι οι συγγραφείς είναι γουρούνια. Ειδικά οι τωρινοί."

Μας εισαγάγει σε έναν κόσμο παραίτησης, ενδοσκόπησης, αναστοχασμού και επαναπροσδιορισμού, δύο ανθρώπων που παρέκκλιναν παρασυρόμενοι από τις σειρήνες, έρμαια λόγω απειρίας, σε μια διαδικασία ενηλικίωσης και επούλωσης τραύματος. Δεν επιθυμεί να διευκρινίσει, δεν δίνει κανένα τέλος, μόνο μια πορεία επιλογών, μια αναδρομή στο σημείο μηδέν που όρισε τη συνέχεια. Στον κόσμο του "Μασίστα", στο κλειστοφοβικό σπίτι του, στη βιβλιοθήκη του όπου δεν υπήρχαν βιβλία. Μόνο ο άχθος για το υλικό και η απουσία κάθε πνευματικής αναζήτησης. 


Μετάφραση: Κρίτων Ηλιόπουλος





 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις